.

"Για μια τελευταία φορά...."

Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, βρισκόταν στα δημοσιογραφικά θεωρεία του κλειστού σταδίου, παρέα με καμιά δεκαριά ακόμα συνάδελφους του...


Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, βρισκόταν στα δημοσιογραφικά θεωρεία του κλειστού σταδίου, παρέα με καμιά δεκαριά ακόμα συνάδελφους του, για να καλύψουν τον αγώνα κικ μπόξινγκ μεταξύ δύο σπουδαίων αθλητών: Του Έλληνα πρώην πρωταθλητή Ευρώπης, Κώστα Φωτιάδη και του νυν πρωταθλητή Ευρώπης, του Άγγλου Πήτερ Κόμπλεϋ.

Ο αγώνας πραγματοποιούνταν στα πλαίσια μιας φιλανθρωπικής εκδήλωσης που σκοπό είχε τη συγκέντρωση χρημάτων για την οικονομική ενίσχυση διαφόρων συλλόγων που στέκονταν αρωγοί δίπλα σε καρκινοπαθείς ανθρώπους.

Αναντίρρητα ιερός ο σκοπός, σκέφτηκε ο Αλεξίου.

Ένας αγώνας επαφής που είχε φιλανθρωπικό χαρακτήρα δεν περιέχει κινδύνους, ιδιαίτερα για τον Έλληνα πρωταθλητή, ο οποίος είχε αναγκαστεί προ τριετίας να διακόψει την ενεργό επαγγελματική δράση λόγω ενός μεγάλου αιματώματος, αποτέλεσμα των σκληρών χτυπημάτων που υπάρχουν στο συγκεκριμένο άθλημα. Είχε όμως καταφέρει να διαγράψει μια σπουδαία αγωνιστική πορεία.

Αν και είχε διαρρεύσει στο Τύπο ότι ο προσωπικός του γιατρός διατηρούσε μεγάλες επιφυλάξεις για τη συμμετοχή του στον αποψινό αγώνα, έστω και αν αυτός στην ουσία ήταν αγώνας επίδειξης, ο ίδιος ο Φωτιάδης αποφάσισε να συμμετέχει. Ήθελε για μια τελευταία φορά να νιώσει την ένταση ενός αγώνα, την αδρεναλίνη στα ύψη, ν’ ακούσει τις ιαχές των φιλάθλων.

Το κικ μπόξινγκ γεννήθηκε από την επιθυμία να καθιερωθεί μια πολεμική τέχνη τόσο στη μάχη στο δρόμο, όσο και ως άμεσο, δυναμικό και αυτόνομο άθλημα. Πρωτοξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής τη δεκαετία του 1970. Ο Τζόε Λιούις, πρώτος παγκόσμιος πρωταθλητής κικ μπόξινγκ, θεωρείται ο θεμελιωτής του. Σήμερα, απασχολεί περισσότερους από ένα εκατομμύριο αθλητές στους, περίπου, έξι χιλιάδες αθλητικούς συλλόγους σε όλο τον κόσμο.

Ο αποψινός αγώνας είχε πολυδιαφημιστεί εξόχως στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Αν και γινόταν για φιλανθρωπικό σκοπό εντούτοις το μάρκετινγκ τον είχε μετατρέψει σε τιτανομαχία μεταξύ δύο σπουδαίων αθλητών. Και οι θεατές είχαν τσιμπήσει.

Περισσότεροι από δέκα χιλιάδες άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, είχαν κατακλύσει τις κερκίδες, ανυπομονώντας να παρακολουθήσουν τον σπουδαίο αυτό αγώνα ο οποίος μεταδιδόταν και ζωντανά από τους μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, πανελλήνιας εμβέλειας. Ο Αλεξίου είχε σταλθεί από την εφημερίδα που εργαζόταν να καλύψει αυτό το αθλητικό γεγονός, δεδομένου ότι η καταγωγή του Έλληνα αθλητή από την ίδια περιοχή προκαλούσε το αυξημένο ενδιαφέρον των αναγνωστών της. Η επιλογή του είχε γίνει προσωπικά από τον εκδότη Πέτρο Αντύπα, λόγω των γνώσεων που είχε στις πολεμικές τέχνες. Ο ίδιος πάντως δεν είχε κανέναν ενθουσιασμό επειδή αυτού του είδους οι αγώνες του προκαλούσαν αποστροφή λόγω της βιαιότητας των χτυπημάτων.
Πάνω στο ρινγκ οι αθλητές μετατρέπονταν σε άγρια θηρία, προετοιμασμένα να ξεσκίσουν ο ένας τις σάρκες του άλλου. Οι αθλητές πρέπει να είναι βίαιοι. Οι θεατές πλήρωναν να δουν ματωμένα κεφάλια.

Το βλέμμα του κινήθηκε από τους θεατές στο κέντρο του σταδίου όπου είχε στηθεί το ρινγκ, το οποίο ο ίδιος χαρακτήριζε ρωμαϊκή αρένα. Ψηλοί προβολείς το φώτιζαν. Άλλοι προβολείς σάρωναν το στάδιο απ’ άκρη σε άκρη. Κοίταξε το ρολόι του. Σε τρία-τέσσερα λεπτά θα άρχιζε το πανηγύρι.

Ο παρουσιαστής, ντυμένος με επίσημο βραδινό ένδυμα, βρέθηκε στο κέντρο του ρινγκ κι αφού ευχαρίστησε τους θεατές που ανταποκρίθηκαν στο αποψινό κάλεσμα για την οικονομική ενίσχυση συλλόγων καρκινοπαθών, παρουσίασε τους δύο αθλητές.

Σκοτίστηκαν για την φιλανθρωπική εκδήλωση. 
Ήταν εκεί για να δουν δύο θηρία να παλεύουν επιδιώκοντας τη νίκη, ο καθένας για τον δικό του εαυτό.

«Στη μπλε γωνία», είπε ο παρουσιαστής, «ο πρωταθλητής Ευρώπης, ο επονομαζόμενος και Σίφουνας, Πήτερ Κόμπλευ».
Οι προβολείς έπεσαν πάνω του. Ακούστηκαν έντονες αποδοκιμασίες από τους θεατές, αλλά το πέτρινο πρόσωπό του έδειχνε να μη τον ενοχλούν. Φορούσε μια χρυσαφί ρόμπα που του έφτανε μέχρι τα γόνατα. Όταν άκουσε το όνομά του, την έβγαλε και την έδωσε σε ένα από τα μέλη της προπονητικής του ομάδας. Αμέσως μετά βρέθηκε στο κέντρο του ρινγκ, δεξιά από τον παρουσιαστή. Ο κορμός του γυμνός γυάλιζε από το λάδι. Φορούμε ένα σατέν φαρδύ παντελόνι μπλε χρώματος με μια άσπρη ρίγα στο πλάι. Σήκωσε τα χέρια ψηλά. Οι γροθιές του καλύπτονταν από μαύρα, δερμάτινα, πυγμαχικά γάντια.

Χαιρετούσε τους θεατές ή πανηγύριζε προκαταβολικά τη νίκη του; 
Ένα ακαθόριστο αίσθημα φόβου τσίμπησε το στομάχι του Αλεξίου.

Τώρα, είχε έρθει η σειρά του Φωτιάδη.
«Στη κόκκινη γωνία, ο Έλληνας πρωταθλητής Ευρώπης, το δικό μας αγαπημένο παιδί, ο επονομαζόμενος Τίγρης, Κώστας Φωτιάδης».

Πανζουρλισμός επικράτησε στο στάδιο, από τους χιλιάδες θεατές, στο άκουσμα του ονόματός του. Η ρόμπα του Φωτιάδη ήταν λευκή. Την έβγαλε, την έδωσε σε έναν από τους προπονητικούς βοηθούς και βρέθηκε στο κέντρο, αριστερά του παρουσιαστή. Το πρόσωπό του μπορεί να ήταν σκληρό σαν γρανίτης και τα χείλη του σφιγμένα, όμως ήταν φανερό πως απολάμβανε αυτές τις στιγμές. Άλλωστε γι’ αυτές τις στιγμές είχε επιστρέψει για μια τελευταία φορά. Ήθελε η αποψινή νύχτα να γίνει δική του. Οι παλάμες του καλύπτονταν από πυγμαχικά, δερμάτινα γάντια, καφέ χρώματος. Γυμνός, επίσης, από τη μέση και πάνω, φορούσε κάτω σατέν φαρδύ παντελόνι άσπρου χρώματος.

Το βλέμμα του Αλεξίου κινήθηκε στις κερκίδες, ανάμεσα στους θεατές. Μια τεράστια ελληνική σημαία είχε εμφανιστεί. Στη συνέχεια κοίταξε τις θέσεις που βρίσκονταν μόλις τρία με τέσσερα μέτρα πιο πέρα από το ρινγκ. Στη πρώτη θέση καθόταν η σύζυγος του Έλληνα πρωταθλητή που γελούσε με κάτι που της ψιθύριζε ο διπλανός της. Ήταν πολύ όμορφη. Φορούσε ένα μαύρο κοντό φόρεμα που άφηνε εκτεθειμένα δυο καλλίγραμμα πόδια. Τα μαλλιά της τα είχε μαζεμένα ψηλά, σε κότσο, τονίζοντας τον υπέροχο ψηλό λαιμό της, τον οποίο κοσμούσε ένα εξίσου υπέροχο κολιέ με μαργαριτάρια.

Διαιτητής του αγώνα είχε οριστεί ο Τάσος Αστέρης.
Θερμά χειροκροτήματα ακολούθησαν την ανακοίνωση του ονόματός του. Στο χώρο του κικ μπόξινγκ ήταν γνωστό και σεβαστό πρόσωπο. Ανέβηκε στο ρινγκ και προχώρησε στο κέντρο, ανάμεσα στους δύο αθλητές. Είχε ύψος λίγο πιο κάτω από το ένα κι ογδόντα, πρόσωπο στρογγυλό και σκυθρωπό. Το κεφάλι του στόλιζαν λίγες τρίχες και το βλέμμα του ήταν αδιάφορο. Φορούσε μαύρο παντελόνι, άσπρο κοντομάνικο πουκάμισο και ελαφρά πάνινα, μαύρα παπούτσια. Σκοπός του είναι η ομαλή διεξαγωγή του αγώνα, σύμφωνα με τους κανονισμούς του αθλήματος, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση της σωματικής ακεραιότητας των αθλητών. Η εμπειρία του θα τον βοηθούσε στις αντιδράσεις και τις γρήγορες αποφάσεις που έπρεπε να πάρει. Αν κάποιος τραυματιζόταν σοβαρά, ή παραβίαζε τους κανονισμούς, ήταν υποχρεωμένος να διακόψει τον αγώνα.
Ο Αλεξίου όμως πίστευε ότι ο αποψινός του ρόλος του θα ήταν άχαρος, αφού ο αγώνας γινόταν για να μαζευτούν χρήματα για τους καρκινοπαθείς.

Κοντά στο ρινγκ παρακολουθούσε ένας γιατρός. Σε κάθε αγώνα, είτε επαγγελματικό είτε ερασιτεχνικό είτε σαν αυτόν που γινόταν απόψε για φιλανθρωπικό σκοπό η παρουσία γιατρού επιβαλλόταν από τους κανονισμούς, όπως για προληπτικούς λόγους ένα ασθενοφόρο περίμενε έξω από το στάδιο.

Ο παρουσιαστής κατέβηκε από το ρινγκ.
Η ώρα για τους δύο αθλητές είχε φτάσει.

Ο Αλεξίου κάρφωσε τα μάτια του Άγγλου. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο το βλέμμα του τον τρόμαζε. Ήταν ψηλός, όσο και ο αντίπαλός του, με μοχθηρό βλέμμα, παχιά χείλη, σφιχτό στόμα και σκούρα επιδερμίδα. Είχε χοντρούς, φουσκωτούς μυς που όμως δεν διέθεταν τη χάρη του αντιπάλου του. Ένα ον άσχημο, αποκρουστικό. Περιφερόταν σαν ένα αγρίμι κλεισμένο σε κλουβί.
Ο Έλληνας πρωταθλητής ήταν διαφορετικός. Στεκόταν ευθυτενής, με ευγενικό πρόσωπο, χωρίς ίχνος φόβου. Ψηλός και αγέρωχος, παρατηρούσε τα πάντα γύρω του χαρούμενος. Η αποψινή βραδιά του ανήκε. Επέστρεψε στο ρινγκ μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, για μια τελευταία φορά.

Ακούστηκε ο ήχος από το καμπανάκι. Ο πρώτος γύρος άρχιζε.

Ο Πήτερ Κόμπλεϋ ξεκίνησε με χαλαρές επιθέσεις που ο Φωτιάδης απέφευγε εύκολα. Ο αγώνας, τα πρώτα δευτερόλεπτα ήταν πάντα αναγνωριστικός. Ο κάθε μαχητής ήθελε να «γνωρίσει» τον αντίπαλό του πάνω στο ρινγκ. Άλλωστε, ήταν η πρώτη φορά που αυτοί οι δύο αγωνίζονταν μεταξύ τους. Ο Άγγλος συνέχισε την επίθεσή του πιο δυνατά. Όρμησε με περισσότερη ταχύτητα, θυμίζοντας πληγωμένο ζώο που προσπαθεί να ξεφύγει από τους διώκτες του. Μια νέα σειρά χτυπημάτων με τις γροθιές του ανάγκασαν τον Φωτιάδη να σηκώσει τα χέρια του ψηλά, να προστατεύσει το κεφάλι του. Τώρα, δεχόταν βροχή τα χτυπήματα στο κορμό του. Οι μορφασμοί στο πρόσωπό του έδειχναν να πονάει. Συνέχιζε, πάντως, προσπαθώντας να μη κλειστεί σε γωνία όπου η κατάσταση θα γινόταν επικίνδυνη. Φαινόταν σε καλή κατάσταση. Άντεχε τα χτυπήματα και οι θεατές άρχισαν να τον ενθαρρύνουν. Η μάχη προμηνυόταν σκληρή.

Ο Αλεξίου ανησυχούσε για την ταχύτητα του Άγγλου και κυρίως για τον καταιγισμό των χτυπημάτων του που δεν άρμοζαν σε φιλανθρωπικό αγώνα.
Αν ξεκίνησε τόσο άγρια, τι θα συνέβαινε αργότερα; 
Ο προπονητής του Έλληνα δεν σταματούσε να του δίνει οδηγίες, ουρλιάζοντας για ν’ ακουστεί πάνω από τον πανζουρλισμό που επικρατούσε από τους θεατές.

Ο ήχος από το καμπανάκι σταμάτησε τον αγώνα. Ο πρώτος γύρος είχε ολοκληρωθεί με σαφή υπεροχή του Άγγλου. Θα ακολουθούσε ενός λεπτού διακοπή, ίσα για να πάρουν οι δύο μαχητές κάποιες ανάσες και θα ξαναέμπαιναν στη μάχη για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις των θεατών. Και οι δύο, χωρίς τις προστατευτικές μασέλες, απαραίτητο αξεσουάρ στους αγώνες επαφής, ρουφούσαν όσο περισσότερο αέρα μπορούσαν, από τις πετσέτες που οι βοηθοί ανέμιζαν μπροστά τους.

Ακούστηκε πάλι ο ήχος από το καμπανάκι για τον δεύτερο γύρο. Όλοι εξαφανίστηκαν αμέσως πάνω από το ρινγκ. Παρέμεναν μόνο οι δύο αθλητές και ο διαιτητής.
Ο Αλεξίου βολεύτηκε καλύτερα στο κάθισμά του. Στη διάρκεια του διαλείμματος είχε κρατήσει κάποιες σημειώσεις που θα χρησίμευαν στο ρεπορτάζ του.

Ο Άγγλος, όπως και στον πρώτο γύρο, ξεκίνησε δυναμικά αλλάζοντας την τακτική του. Τώρα, χρησιμοποιούσε διάφορα λακτίσματα που ο Φωτιάδης απέφευγε. Ένα γρήγορο μπροστινό κυκλικό λάκτισμα μπλοκαρίστηκε αποφασιστικά από τον Έλληνα που «έσπασε» την ισορροπία του αντιπάλου του. Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε. Εξαπέλυσε φοβερούς συνδυασμούς γροθιών που πονούσαν τον αντίπαλό του, ο οποίος αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει. Οι θεατές, με αναπτερωμένες τις ελπίδες, ούρλιαζαν για να τον ενθαρρύνουν. Ζούσαν με τον δικό τους τρόπο την ένταση του αγώνα. Ο Κόμπλεϋ, συνήρθε γρήγορα από την απρόσμενη επίθεση και αντεπιτέθηκε. Ο Φωτιάδης πέρασε πάλι σε θέση άμυνας.

Ο Αλεξίου υποπτεύθηκε ότι σκοπός του Φωτιάδη ήταν να κουράσει τον αντίπαλό του, αλλά προβληματιζόταν για την τακτική που ακολουθούσε. Ο Έλληνας ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία και το πιο σημαντικό, ήταν εκτός αγωνιστικής δράσης για τρία ολόκληρα χρόνια. Πόσο θ’ άντεχε;
Το δυσάρεστο συναίσθημα που τον ακολουθούσε από την αρχή, έγινε πιο έντονο. Κάθε προσπάθεια να δώσει αξιοπρεπές χτύπημα έπεφτε στο κενό. Τουλάχιστον, μέχρι τη στιγμή που το κεφάλι του Άγγλου τινάχτηκε προς τα πίσω από ένα ντιρέκτ . Πριν προλάβει να συνέρθει, ο Φωτιάδης σαν να ξαναγεννήθηκε, χίμηξε πάνω του μ’ έναν συνδυασμό αριστερών και δεξιών πυγμαχικών χτυπημάτων, διατηρώντας τη μεσαία απόσταση, ώστε ο αντίπαλός του να μην έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει κάποιο λάκτισμα.
Ο Κόμπλεϋ, για δεύτερη φορά, οπισθοχωρούσε.
Η ξαφνική αλλαγή, όμως, του Έλληνα κράτησε λίγο. Μια καθυστέρηση που επέδειξε για μόλις ένα δευτερόλεπτο ήταν αρκετή για το Άγγλο να συνέρθει και να εξαπολύσει με δύναμη και ταχύτητα ασύγκριτα μεγαλύτερα από πριν, τα χτυπήματά του. Σαν να ξύπνησε ένα πιο άγριο θηρίο.
Ήταν θυμωμένος, πολύ θυμωμένος και το έδειχνε.

Ο ήχος από το καμπανάκι σήμανε το τέλος και του δεύτερου γύρου. Ενός γύρου πιο σκληρού, πιο άγριου, πιο αιμοβόρικου. Ο Αλεξίου κοίταξε τη σύζυγο του Φωτιάδη. Όσο και αν προσπαθούσε να το κρύψει, η ανησυχία είχε φωλιάσει μέσα της. Έσφιγγε τις παλάμες της κοιτώντας ικετευτικά τον άντρα της στη γωνία του. Εκείνος, σαν να ένιωσε το βλέμμα της, γύρισε και της έκλεισε το μάτι. Όταν εξαντλήθηκε το λεπτό του διαλείμματος ο αγώνας ξανάρχισε. Πιο καλύτερα, η μάχη. Γιατί μάχη ήταν αυτή που διεξαγόταν εκεί πάνω. Μια μάχη ενώπιων χιλιάδων θεατών που την παρακολουθούσαν ζωντανά μέσα στο κλειστό στάδιο και μερικών χιλιάδων που την παρακολουθούσαν από το σπίτι τους, καθισμένοι στους αναπαυτικούς καναπέδες τους. Μια μάχη, που θύμιζε ρωμαϊκή μονομαχία, στην οποία δύο θηρία αγωνίζονται μέχρι τελικής πτώσεως για να ικανοποιήσουν τους θεατές, που πλήρωσαν να τους δουν, αλλά και για να ικανοποιήσουν τους δικούς τους εγωισμούς, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Βρέθηκαν ξανά στο κέντρο του ρινγκ για τον τρίτο γύρο, με τα κορμιά τους λουσμένα στον ιδρώτα, τους μυς τους τεντωμένους και τα μάτια τους να πετούν φωτιές. Ο Κόμπλεϋ εξαπέλυσε ένα ξαφνικό ευθύ λάκτισμα που βρήκε απροετοίμαστο τον Φωτιάδη, ο οποίος αφού διπλώθηκε στα δύο δέχτηκε ένα άπεκαρτ στο σαγόνι τινάζοντάς τον βίαια. Κινδύνευσε να σωριαστεί στο καναβάτσο, όμως η ελάχιστη καθυστέρηση που επέδειξε ο Κόμπλεϋ έδωσε τον απαιτούμενο χρόνο για να συνέρθει και να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του. Επιτέθηκε στον Άγγλο μ’ έναν υπέροχο συνδυασμό λακτισμάτων και γροθιών, θυμίζοντας τον παλιό καλό εαυτό του, τότε που κατακτούσε στα ρινγκ της Ευρώπης τη μία νίκη μετά την άλλη. Ο Κόμπλεϋ φάνηκε αδύναμος ν’ αντιδράσει. Παραπάτησε, αλλά ο Φωτιάδης δεν τον άφησε σε ησυχία. Τον ακολουθούσε συνεχίζοντας την επίθεσή του μέχρι που μ’ ένα κυκλικό λάκτισμα τον έστειλε να σωριαστεί φαρδύς πλατύς. Σηκώθηκε, όμως, απίστευτα γρήγορα κι αντεπιτέθηκε. Αποδείκνυε, για ακόμη μία φορά, την φυσική και σωματική του καλή κατάσταση. Φαινόταν αποφασισμένος να τελειώσει τον αγώνα. Όλα τα χτυπήματα έβρισκαν τον Φωτιάδη στο κεφάλι. Κάθε απόπειρά του Ελληνα ν’ αμυνθεί ήταν αναποτελεσματική. Ο προπονητής του ούρλιαζε έξαλλος να σηκώσει τα χέρια.

Οι θεατές ζητωκραύγαζαν. Παρακολουθούσαν μια σύγκρουση πολύ καλύτερη απ’ ότι είχαν φανταστεί. Οι διοργανωτές χαμογελούσαν πλατιά. Τα έσοδα ήταν πάνω από τις προσδοκίες τους.

Ο Κόμπλεϋ είχε την αγριότητα και την υπεροχή, αλλά ο Έλληνας πρώην πρωταθλητής ήταν πολύ σκληρός για να τα παρατήσει. Κατάφερε με ένα σπάσιμο του κορμού του ν’ αποφύγει ένα από τα καταιγιστικά χτυπήματα του αντιπάλου του και πηδώντας ψηλά του κατάφερε μια φοβερή γροθιά στο πρόσωπο χρησιμοποιώντας όλο του το βάρος. Ο Άγγλος έπεσε, αλλά η ζωτικότητά του δεν είχε εξαντληθεί. Πριν ο διαιτητής προλάβει να τον πλησιάσει σηκώθηκε κοιτάζοντας ειρωνικά τον Έλληνα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Αλεξίου είδε αυτό που δεν μπόρεσαν να διακρίνουν οι υπόλοιποι. Τον φόβο στα μάτια του Φωτιάδη. Εκείνο τον φόβο που δυσκολεύει τις αντιδράσεις και μπλοκάρει το μυαλό. Ο Άγγλος είχε ανακάμψει τις δυνάμεις του. Μουγκρίζοντας, με τα μάτια τρελά από το μίσος και με την επιδεξιότητα αίλουρου πλησίασε τον αντίπαλό του εξαπολύοντας ένα φοβερό μπροστινό κυκλικό λάκτισμα με τη δύναμη των γοφών του, που βρήκε το Φωτιάδη στο πλάι του κεφαλιού.

Ξαφνικά ο χρόνος φάνηκε να σταματάει. Οι ιαχές των θεατών διακόπηκαν απότομα. Όλοι κράτησαν την ανάσα τους. Ο Κώστας Φωτιάδης έμεινε ακίνητος για ένα ολόκληρο δευτερόλεπτο με ένα ερωτηματικό στο βλέμμα του. Σιγά-σιγά τα πόδια του άρχισαν να λυγίζουν. Ένας ξερός κρότος ακούστηκε τη στιγμή που το κεφάλι έσκαγε στο καναβάτσο. Ο διαιτητής έτρεξε κοντά του φωνάζοντας τον γιατρό. Οι θεατές πάγωσαν στις θέσεις τους. Ο Άγγλος γύρισε στον προπονητή του με τα χέρια ψηλά να πανηγυρίζει, σίγουρος για τη νίκη του. Ακούστηκαν μερικά γιουχαΐσματα.

Τα υπόλοιπα συνέβησαν πολύ γρήγορα. Εμφανίστηκαν τραυματιοφορείς που σήκωσαν τον Φωτιάδη και τον μετέφεραν τρέχοντας στα αποδυτήρια. Από πίσω τους ακολουθούσε, ανήσυχος ο γιατρός του αγώνα.
Ο Αλεξίου σηκώθηκε από τη θέση του.
Μια δολοφονική μηχανή. Μια καλοκουρδισμένη φονική μηχανή, σκέφτηκε κοιτώντας τον Άγγλο που συνέχιζε τους πανηγυρισμούς. Για άλλη μια φορά ένιωσε τον αποτροπιασμό του γι’ αυτού του είδους τους αγώνες, όπου δεν υπήρχε χώρος για ανθρώπινα αισθήματα. Που δεν υπήρχε χώρος για σεβασμό στον αντίπαλο, που στην ουσία είναι ένας συναθλητής.

Ο διαιτητής τελείωσε τον αγώνα ανακηρύσσοντας επίσημα τον Άγγλο Πήτερ Κόμπλεϋ νικητή. Κανείς δεν χειροκρότησε, κανείς δεν τον πλησίασε να τον συγχαρεί. Στο στάδιο που μέχρι πριν ελάχιστα λεπτά παλλόταν από τις φωνές των θεατών, τώρα επικρατούσε νεκρική σιγή.

Λίγο αργότερα ο Αλεξίου βρέθηκε έξω από την κλειστή πόρτα των αποδυτηρίων. Γεροδεμένοι φύλακες μιας ιδιωτικής εταιρείας Ασφαλείας προσπαθούσαν να συγκρατήσουν δημοσιογράφους, φωτογράφους, καμεραμάν και απλό κόσμο που είχε συγκεντρωθεί. Όταν η πόρτα άνοιξε κι ένα από τα μέλη της ελληνικής προπονητικής ομάδας βγήκε, ο Αλεξίου κατάφερε να τρυπώσει μέσα.

Οι τραυματιοφορείς είχαν ξαπλώσει ανάσκελα τον Φωτιάδη πάνω σ’ έναν πάγκο. Τα μάτια του τα είχε σφαλιστά, τα χείλη του ελαφρά χωρισμένα. Τα βρεγμένα από τον ιδρώτα μαλλιά του έπεφταν στο πρόσωπο. Από πάνω του ο γιατρός τον εξέταζε.

Το βλέμμα του Αλεξίου περιπλανήθηκε στα πρόσωπα που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα. Πρόσωπα βουβά, σφιγμένα από την ένταση και την αγωνία. Όλοι τους κοιτούσαν τον γιατρό περιμένοντας τη διάγνωσή του. Ξαφνικά εκείνος έμεινε ακίνητος. Πολύ αργά γύρισε το πρόσωπό του στη σύζυγο του Φωτιάδη.

«Λυπάμαι», της είπε με βουρκωμένα μάτια.
Κάποιος από τους βοηθούς άπλωσε τη ρόμπα πάνω στο άψυχο σώμα.
Την ησυχία έσπασε μια κραυγή. Της γυναίκας του. Χέρια απλώθηκαν να την συγκρατήσουν καθώς έχανε τις αισθήσεις της.

«Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα», είπε κάποιος κάνοντας τον σταυρό του.

«Ήθελε να επιστρέψει για μια ακόμη φορά. Μια τελευταία φορά», είπε ο προπονητής με τρεμάμενη φωνή, πριν ξεσπάσει σε λυγμούς.

[Το παραπάνω κείμενο αποτελεί φανταστικό διήγημα και ουδεμία σχέση έχει με υπαρκτά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις]

Related

EDITORS POST 7175813860824362291

Δημοσίευση σχολίου

emo-but-icon

Hellas
ArabicBlogger Tips And Tricks|Latest Tips For BloggersFree BacklinksBlogger Tips And Tricks Korean Japanese Chinese Simplified Russian Portuguese
English French German Spain Italian Dutch

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Περιγραφή1
Περιγραφή2
Περιγραφή3
Περιγραφή4

Δημοφιλεις αναρτησεις



Ολα τα κείμενα δημοσιεύονται και στα social media

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

item