.

Η διαχείριση του φόβου

Η υπόθεση ξεπερνά τα όρια του πολιτικού μάρκετινγκ και την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Ίσως να πρόκειται για έναν ψυχολο...


Η υπόθεση ξεπερνά τα όρια του πολιτικού μάρκετινγκ και την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Ίσως να πρόκειται για έναν ψυχολογικό πόλεμο που διεξάγεται εναντίον μιας ανυποψίαστης και απροστάτευτης κοινωνίας Στην ιστοσελίδα της η Cambridge Analytica, η εταιρεία που την προηγούμενη εβδομάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς δημοσιότητας για τη μαζική κατάχρηση προσωπικών δεδομένων από χρήστες του Ίντερνετ, αυτοσυστήνεται διακριτικά ως κάποιος που βοηθά τους πελάτες της να «αλλάξουν τη συμπεριφορά ενός ακροατηρίου». Τι συμβαίνει όμως όταν το εν λόγω ακροατήριο είναι το ίδιο το εκλογικό σώμα;

Από μια άποψη, η είδηση δεν ήταν και τόσο φρέσκια. Από τα τέλη του 2015, η βρετανική εφημερίδα “Guardian” ανέφερε ότι, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αποσπάσει το χρίσμα του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών, ο Τεντ Κρουζ -συνυποψήφιος τότε του Ντόναλντ Τραμπ- συνεργαζόταν με τη συγκεκριμένη εταιρεία για «να συλλέξει λεπτομερή ψυχολογικά προφίλ» των Αμερικανών ψηφοφόρων «μέσα από μια τεράστια δεξαμενή ανυποψίαστων χρηστών του Facebook».


Το επόμενο διάστημα έγινε γνωστό μέσα από μια σειρά δημοσιευμάτων ότι η εταιρεία είχε συνεργαστεί τόσο με την προεκλογική καμπάνια του Ντόναλντ Τραμπ όσο και με τους υποστηρικτές του Brexit τις παραμονές του δημοψηφίσματος. Ωστόσο οι αποκαλύψεις παρέμεναν στο περιθώριο της δημοσιότητας μέχρι ένας πρώην υπάλληλος της Cambridge Analytica να ανοίξει τελικά το στόμα του για το τι ακριβώς σήμαινε αυτή η συνεργασία. Έτσι, την προηγούμενη εβδομάδα η αμερικανική “New York Times” και η βρετανική “Observer” δημοσίευσαν εκτενή δημοσιεύματα που έριχναν φως στο πώς η εταιρεία, που σημειωτέον ανήκε στον συντηρητικό δισεκατομμυριούχο Ρόμπερτ Μέρσερ και για σημαντικό διάστημα είχε στο τιμόνι της τον μετέπειτα σύμβουλο του Τραμπ, Στιβ Μπάνον, αξιοποίησε προσωπικά δεδομένα που απέσπασε από χρήστες του Facebook χωρίς τη συγκατάθεσή τους προκειμένου να επηρεάσει την εκλογική τους συμπεριφορά. «Εκμεταλλευτήκαμε το Facebook για να συλλέξουμε εκατομμύρια προφίλ.

Και να φτιάξουμε μοντέλα για να εκμεταλλευτούμε ό,τι γνωρίζαμε γι’ αυτούς στοχεύοντας τους προσωπικούς τους δαίμονες. Αυτή ήταν η βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε η εταιρεία» δήλωνε ο Κρίστοφερ Γουίλι. Τα προσωπικά δεδομένα συλλέγονταν μέσω μιας φαινομενικά αθώας εφαρμογής (thisisyourdigitallife) που καλούσε τους χρήστες του Facebook να συμμετάσχουν σε ένα τεστ προσωπικότητας το οποίο υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιούνταν για «πανεπιστημιακή έρευνα». Δεν ήταν η μοναδική παρατυπία της έρευνας, που, παρασκηνιακά, συνέλεγε και τις λίστες φίλων όσων συμμετείχαν στην έρευνα. Έτσι από τους 270.000 ερωτηθέντες η Cambridge Analytica συγκέντρωσε τελικά δεδομένα για 50 εκατομμύρια χρήστες, το ένα τέταρτο περίπου του αμερικανικού εκλογικού σώματος.

Η εταιρεία χρησιμοποίησε στη συνέχεια τα αποτελέσματα της έρευνας και τα δεδομένα από τις λίστες φίλων για να φτιάξει έναν αλγόριθμο που ανέλυε ατομικά προφίλ του Facebook αναγνωρίζοντας χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εκλογική συμπεριφορά. Ήταν φυσικά ένα πανίσχυρο πολιτικό όπλο, ένας μηχανισμός απόλυτα στοχευμένης -αν όχι προσωποποιημένης- προπαγάνδας. Η αναγνώριση του επιθυμητού «target group» αποτελεί τον βασικότερο ίσως στόχο κάθε διαφημιστικής καμπάνιας. Η Cambridge Αnalytica διέσχισε τα, ούτως ή άλλως, όλο και πιο δυσδιάκριτα όρια μεταξύ διαφήμισης και προπαγάνδας και άρχισε να αναζητεί συναισθηματικούς παράγοντες ικανούς να παρακινήσουν τους ψηφοφόρους σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Η αναγνώριση πιθανών φόβων ή -ακόμα καλύτερα- νευρώσεων ήταν ο κρυμμένος θησαυρός που αναζητούσε. Σε συνέντευξή του στο Channel 4 τον περασμένο Νοέμβριο ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Cambridge Αnalytica Αλεξάντερ Νιξ δεν έκρυβε τις επιδιώξεις του. «Δουλειά μας είναι να ρίξουμε τον κουβά πιο βαθιά στο πηγάδι από ό,τι όλοι οι άλλοι. Να κατανοήσουμε ποιοι είναι αυτοί οι βαθιά ριζωμένοι φόβοι και ανησυχίες. Δεν έχει νόημα να πραγματοποιείς μια προεκλογική εκστρατεία με βάση τα γεγονότα, αφού στην πραγματικότητα όλα αφορούν τα συναισθήματα» σημείωνε τότε.

Έτσι, εάν το λογισμικό αναγνώριζε έναν «φοβισμένο» ψηφοφόρο με συντηρητικές απόψεις, οι ενδιαφερόμενοι άρχιζαν να τον βομβαρδίζουν με διαφημιστικό ή ενημερωτικό περιεχόμενο που ανταποκρινόταν σε αυτούς τους φόβους. Για παράδειγμα εικόνες με «απειλητικούς μετανάστες» να «εισβάλλουν στη χώρα». Αν, από την άλλη, η ανάλυση έδειχνε έναν ψηφοφόρο που σε καμία περίπτωση δεν ψήφιζε Τραμπ ή Brexit, ο στόχος ήταν η αποθάρρυνση της συμμετοχής του στην εκλογική διαδικασία. Το θέμα έρχεται κάθε φορά στην επιφάνεια με αφορμή τα αναπάντεχα εκλογικά αποτελέσματα στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ και το δημοψήφισμα για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε.

Όλα δείχνουν, ωστόσο, ότι οι συγκεκριμένες μέθοδοι εφαρμόζονταν ήδη εδώ και χρόνια. Σε συνέντευξή του στον ιστότοπο Contagious, ο Νιξ αναγνώρισε ότι η επιτυχία της εταιρείας του ήταν «να εντοπίσει το κενό που υπήρχε στην πολιτική αγορά των Ρεπουμπλικανών». Σύμφωνα με τον ίδιο, «οι Δημοκρατικοί ηγούνταν πάντοτε της τεχνολογικής επανάστασης και της ανάλυσης δεδομένων». Άλλη μια ενδιαφέρουσα διάσταση της υπόθεσης, η οποία έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη, είναι ότι η Cambridge Analytica δεν αποτελεί απλώς μια εταιρεία νέας τεχνολογίας, αλλά βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα της πολεμικής βιομηχανίας.

Από το διοικητικό της συμβούλιο πέρασαν πολιτικοί όπως ο πρώην υφυπουργός Άμυνας των Τόρις Τζέφρι Πάτι, ενώ ανάμεσα στους μετόχους συναντά κανείς προσωπικότητες όπως ο Λόρδος Μάρλαντ, πρώην σύμβουλος της κυβέρνηση Κάμερον για θέματα εμπορίου. Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η περίπτωση του Στιβ Τέιταμ, που από επικεφαλής «ψυχολογικών επιχειρήσεων» των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων στο Αφγανιστάν βρέθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της θυγατρικής της Cambridge Analytica, SCL. Ίσως τελικά η υπόθεση να ξεπερνά τα όρια του πολιτικού μάρκετινγκ και την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Ίσως να πρόκειται για έναν ψυχολογικό πόλεμο που διεξάγεται εναντίον μιας ανυποψίαστης και απροστάτευτης κοινωνίας.

«Οι ψηφοφόροι θα έπρεπε να γνωρίζουν με σαφήνεια από που προέρχονται οι πληροφορίες. Αν αυτό δεν ισχύει, τότε ανακύπτει το ερώτημα αν πράγματι ζούμε σε δημοκρατίες» σχολιάζει στην εφημερίδα “Guardian” ο Ντέιβιντ Μίλερ, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ. Το θέμα βάζει, φυσικά, σε εντελώς διαφορετικές βάσεις και την υπόθεση των περιβόητων fake news. Μπορεί τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν κατά καιρούς σε διάφορους ιστοτόπους αμφίβολης αξιοπιστίας, αλλά οι πραγματικοί ένοχοι βρίσκονται αλλού και παραμένουν στο απυρόβλητο.

Η Google, το Facebook και οι υπόλοιποι μεγιστάνες του Ίντερνετ έχουν εξελιχθεί σε ένα κολοσσιαίο σύστημα παρακολούθησης. Δεν είναι όμως ένα σύστημα ελέγχου όπως το είχε οραματιστεί ο Όργουελ. Ο Μεγάλος Αδελφός είναι τελικά ένας μπίζνεσμαν που πουλά τις πληροφορίες που διαθέτει στον υψηλότερο πλειοδότη.

left.gr

Related

Break New 8748484997192186309

Δημοσίευση σχολίου

emo-but-icon

Hellas
ArabicBlogger Tips And Tricks|Latest Tips For BloggersFree BacklinksBlogger Tips And Tricks Korean Japanese Chinese Simplified Russian Portuguese
English French German Spain Italian Dutch

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Περιγραφή1
Περιγραφή2
Περιγραφή3
Περιγραφή4

Δημοφιλεις αναρτησεις

ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ



Ολα τα κείμενα δημοσιεύονται και στα social media

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

item